«…Ὅταν μου πειράζουν τήν πατρίδα καί θρησκεία μου, θά μιλήσω, ἵνα ἐνεργήσω καί ὅτι θέλουν ἅς μου κάνουν… κι ὅσο ἀγαπῶ τήν πατρίδα μου δέν ἀγαπῶ ἄλλο τίποτας. Ναρθεῖ ἕνας νά μοῦ εἰπῆ ὅτι θά πάγη ὀμπρός ἡ πατρίδα, στέργομαι νά μοῦ βγάλη καί τά δυό μου μάτια…».
μακριγιάννις.
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, στον οποίο σήμερα είναι αφιερωμένο το άρθρο αυτό της ιστοσελίδας του Ιερού Ναού μας, των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, των Ανθοκήπων της Νέας Ευκαρπίας, και τον οποίον, λόγω της συμπληρώσεως της μνήμης των 200 χρόνων εκ της ενάρξεως της επαναστάσεως του '21, που σε λίγο καιρό θα εορτάσουμε, 1821-2021, λανθασμένα...μα ηθελημένα, ξεχωρίζω από τους υπολοίπους ήρωες της, ξεχωριστούς ανθρώπους στους οποίους πολλά οφείλει το Ελληνικό Έθνος, φάνταζε στο μυαλό μου από την παιδική μου ηλικία ως ένας Έλληνας γίγαντας, ως μέγας ήρωας που πολέμησε για την πατρίδα του με αυταπάρνηση και αλτρουισμό.
Όταν όμως άρχισα να διαβάζω τα απομνημονεύματα του και να καταλαβαίνω την αγάπη του για τον Θεό και την χώρα του, χωρίς ποτέ να διαχωρίζει αυτές τις δύο αξίες στην καρδιά του, θεωρώντας την Ελλάδα και την Ορθοδοξία ένα στην ζωή του, αλλά συνάμα και να γεύομαι τον πόνο του, μέσα από το αληθινό μνημείο της πεζογραφίας του, για την μεταπολεμική Ελλάδα του '21, τότε δάκρυσα με την δωρική λιτότητα των έργων του, το απαράμιλλο ύφος που συναρπάζει, την ζωντάνια και την πυκνότητα του λόγου του.

Όλο το έργο του περιστρέφεται σταθερά γύρω από δύο πόλους: Την Πατρίδα και την Θρησκεία, έννοιες που δεν τις ξεχωρίζει ποτέ. Ελλάδα γι’ αυτόν σημαίνει Ορθοδοξία. Όμως σήμερα, που όλα περνούν από καινούρια κόσκινα και περίεργα ιδεολογήματα, δεν βρέθηκε κανείς ν’ αμφισβητήσει την ιστορική ή την λογοτεχνική αξία του έργου και το ηθικό του μεγαλείο.
Και για μεν την φιλοπατρία τού Μακρυγιάννη ίσως σε πανηγυρικούς λόγους κάτι να ακούγεται πότε-πότε. Η θερμή πίστις του όμως, όχι μόνο συνήθως αποσιωπάται σκόπιμα, αλλά κάποτε και παρερμηνεύεται κακόβουλα. Και δεν είναι καθόλου ευοίωνο για την πρόοδο τουλάχιστον της ιστορικής έρευνας στον τόπο μας το ότι μερικοί «ιστορικοί», στρατευμένοι, τις οίδε σε ποιες σκοπιμότητες, ισχυρίζονται ότι ο Μακρυγιάννης στα γεράματά του «τό 'ριξε στην θρησκοληψία», ενώ από τις πρώτες σελίδες των Απομνημονευμάτων του, τους διαψεύδει ο ίδιος.

Ενώ πρόοδος για όλους αυτούς τους οπαδούς με τα περίεργα ιδεολογήματα και τις ιδεοληψίες, ανθρώπους που μας κυβέρνησαν τόσα χρόνια, που μας κυβερνούν σήμερα ή που σκέφτονται να μας κυβερνήσουν


Η ελλαδική Εκκλησία μας δεν κατάφερε στα χρόνια που πέρασαν, να αφυπνίσει ως όφειλε την θρησκευτική πνευματικότητα και την φιλοπατρία των Ορθοδόξων Ελλήνων, να τους κατηχήσει επαρκώς, να τους ενώσει αδιάρρηκτα, να τους προσκαλέσει με τρόπο πιστικό στις εκκλησιές της και έτσι χωρίς αυτήν την άκρατη αγάπη στον Χριστό και την Εκκλησία Του, χωρίς την θέρμη για τα ιδανικά της πατρίδος του, την δύναμη και την αντοχή σε μάχες σώμα με σώμα πια, η κοινωνία μας
υπέκυψε, κατέρρευσε, παραδόθηκε πια, σε κάθε λογής εξευτελισμό, ειδικά η χώρα μας, η περήφανη κάποτε Ελλάδα μας. Οικονομικοί εξευτελισμοί με μισθούς και συντάξεις πείνας, ατελείωτες ώρες εργασίας με μηδαμινή αμοιβή, το κράτος μας να ισορροπεί μεταξύ νόμου και παρανομίας, συνταγματικά δικαιώματα να καταπατούνται και η διοίκηση του, η δικαστική και εκτελεστική, να εφαρμόζεται δίνοντας την εντύπωση ότι βρίσκεται στον αυτόματο πιλότο, ενώ να μην μπορεί πια κανείς να δώσει στους πολίτες του την αίσθηση της ασφάλειας.

Η Υγεία, η Παιδεία να φυλλορροούν, τα ιδεώδη, τα ήθη και τα έθιμα, τα σύμβολα της πατρίδας μας, για τα οποία χύθηκε το αίμα των προγόνων μας, να είναι παρωχημένες ιδέες και αναχρονιστικές, η Εκκλησία του Χριστού μας, ανυπεράσπιστη πια, να διώκεται, να υπόκειται σε βανδαλισμούς και διασυρμό, ενώ οι χριστιανοί της, σχεδόν όλοι οι Έλληνες δηλαδή, να έχουν γίνει στόχαστρο μέσα στο "σπίτι" τους, εσωτερικών και εξωτερικών τζιχαντιστών, ισλαμιστών, τρομοκρατών, "αντι" εξουσιαστών, αναρχικών, ακτιβιστών και κάθε λογής περιθωριακών τύπων και ψυχολογικά ταλαιπωρημένων νέων κυρίως, που έχαιραν όμως μέχρι και χθες, της κρατικής προστασίας, ενίοτε δε και της εκτιμήσεως.
Από την άλλη πάλι το κράτος μας, όπως παραδόθηκε στην νέα ηγεσία του πρόσφατα με παραλυμένη την κρατική μηχανή της, προσπαθεί τώρα να έρθει αντιμέτωπη με μια ζοφερή κατάσταση και αγωνίζεται καθημερινά να επιβάλλει την τάξη έχοντας να αντιμετωπίσει, βανδαλιστικές επιθέσεις "αντι" εξουσιαστικών, ακτιβιστικών ομάδων. Και μέσα σε αυτόν τον κουρνιαχτό, ελαφρά τη καρδία, ψηφίζει και την ανέγερση τζαμιού, και αργότερα και άλλων μουσουλμανικών τεμένων στην Ορθόδοξη Ελλάδα και μάλιστα με χρήματα και δαπάνη κρατική, δηλαδή του καθενός μας, ενώ η Ορθοδοξία διώκεται από παντού, χαϊδεύει δε τους μουσουλμάνους και αδιαφορεί ή κοιτά με εχθρότητα, ενίοτε και αγριότητα την Εκκλησία, θέλοντας να την αποδυναμώσει έτι περισσότερο. Και έτσι ακίνδυνη πια η Εκκλησία, που προϋπήρχε του Κράτους και το βοήθησε να ανασυγκροτηθεί στο διάβα της ιστορίας, αδιαμαρτύρητα να περιμένει την ριζική αποπομπή της από την καθημερινότητα μας, αλλά και τον διαχωρισμό της από τον κρατικό μηχανισμό, που χωρίς έλεγχο πια να λέει και να πράττει κατά το δοκούν.
Δεν γνωρίζω, όμως φαντάζομαι, ποια θα ήταν τα λόγια του Μακρυγιάννη και για το κλείσιμο των εκκλησιών εν 'όψει της πανδημίας που έχει χτυπήσει την υφήλιο λόγω της εξάπλωσης ενός περίεργου ιού που εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά και σπέρνει τον τρόμο παγκοσμίως, ενώ εδώ στην Ελλάδα μας αμπάρωσε στα σπίτια μας, μας έκανε αντικοινωνικούς, μας τρομοκρατεί με την μεταδοτικότητα του, αλλά δίνει και την ευκαιρία σε κάποιους πολέμιους της Εκκλησίας να την ενοχοποιήσει, παρουσιάζοντας την ώς εστία εξάπλωσης της αρρώστιας με την λειτουργία των εκκλησιών, την Θεία Λειτουργία και φυσικά την Θεία Κοινωνία που είναι στο στόχαστρο των πάντων σήμερα, μια αρρώστια, επιδημία, πανδημία, λοιμό κατά την εκκλησιαστική ιστορία, που αφήνει άφωνους τους επιστήμονες ανά τον κόσμο, οι οποίοι, ανήμποροι να καταλάβουν τι συμβαίνει, μας προτείνουν να πλένουμε τα χέρια μας...με θρησκευτική ευλάβεια. μας λένε, και μετά μανίας, επίσης μας προτρέπουν και να μην ακουμπάμε κανέναν και τίποτε για να επιβιώσουμε, εξισώνοντας την εκκλησία της γειτονιάς μας με το μανάβικο, το χασάπικο και το μπακάλικο της, και κλείνοντας την μέχρι νεοτέρας,
απαγορεύοντας την Θεία Ευχαριστία, τις Λειτουργίες και φυσικά την Θεία Κοινωνία, που μπορεί για κάποιους να θεωρείτε ως ένας τρόπος μετάδοσης ενός ιού, για κάποιους άλλους ανθρώπους όμως να είναι ο τρόπος μετάδοσης της Χάρης του Θεού, ενώ για τους πιο θερμούς χριστιανούς, η Θεία Κοινωνία να είναι εφάμιλλη με το οξυγόνο τους και ο λόγος της ύπαρξης τους, να είναι η επι-Κοινωνία τους με τον Χριστό και Θεό τους. Νομίζω, αγαπητοί μας αναγνώστες, πως ο Μακρυγιάννης ίσως και να θύμωνε που με κρατική εντολή τα pet shop είναι ανοιχτά στις μέρες μας, να θύμωνε για την μέριμνα μιας ολόκληρης κρατικής μηχανής για τα σκυλάκια και τα γατάκια, τα συμπαθέστατα και αγαπημένα κατοικίδια μας, ενώ παράλληλα φρόντισε οι εκκλησιές του λαού του Χριστού μας, έναν λαό που τις έχτισε και τις καλλώπισε με τον μόχθο, το αίμα, τον ιδρώτα και τις θυσίες του, να είναι κλειστές. Δεν θα θύμωνε απλά, θα οργίζονταν...το λιγότερο!!!
Πως θα αντιδρούσε άραγε ο Μακρυγιάννης βλέποντας σήμερα τους Τούρκους, από τους οποίους κάποτε μας απελευθέρωσε, να μιλούν για εμάς τους Έλληνες και να μας αποκαλούν, κουνώντας μας το δάκτυλο, ναζιστές και απάνθρωπους επειδή υπερασπιζόμαστε τα σύνορα μας σε ξηρά και θάλασσα, όχι από τους πρόσφυγες και μετανάστες που χρησιμοποιεί για τους σκοπούς του, αλλά από τις επεκτατικές, πολεμόχαρες βλέψεις και ύπουλες πρακτικές που εφεύρει κάθε τόσο για να δημιουργήσει προβλήματα στην χώρα μας, και όχι μόνο, και διεκδικώντας σχεδόν τα πάντα
από τα εδάφη και τις θάλασσες μας, συμπεριφερόμενος ανοιχτά ως εισβολέας στην πατρίδα μας που αμύνεται σθεναρά για τα κυριαρχικά δικαιώματα της, αλλά και σαν νταής, απειλώντας τους πάντες, χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις, γεγονός που του ανοίγει όλο και περισσότερο την όρεξη για περαιτέρω προβλήματα με τους γείτονες του, που όμως θα του λύσουν τα άλλα προβλήματα, αυτά που έχει μέσα στην χώρα του. Νομίζω πως ίσως να έχανε την ψυχραιμία του και την ευγένεια με την οποία συνήθως εκφράζεται ο Μακρυγιάννης στα συγγράμματα του. Αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει και η διπλωματία είναι αυτή που καθορίζει τα πολεμικά παιχνίδια των ταραξιών της οικουμένης, ενός εκ των οποίων είναι και ο νέος "Σουλτάνος" με τα σύνορα της καρδιά του.
Όσο για τους λόγους του Μακρυγιάννη, "τον Πόνο του Μακρυγιάννη", όπως αυτός βγαίνει μέσα από τα απομνημονεύματα του, όπου δεν μπορούσε να φανταστεί τότε την πατρίδα του, την Ελλάδα, χωρίς Χριστό, και το Κράτος της πατρίδας του χωρίς την Εκκλησία, αυτό το Κράτος που απελευθέρωσε και ανασυγκρότησε με αίμα και θυσίες, μαζί με τους υπολοίπους ήρωες της επανάστασης του 1821, και που σε λιγότερο από ένα χρόνο από σήμερα, την 28η Οκτωβρίου του 2021, θα κλείσουμε διακόσια χρόνια ελευθερίας, μετά από πεντακόσια χρόνια σκλαβιάς στους Τούρκους, αναβαπτισμένο τότε με το Νέο του Σύνταγμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος, όλος αυτός ο πόνος σήμερα να παραμένει στην νεοελληνική ιστορία, που ξαναγράφεται από περίεργους νεοσοφιστές, ανίδεους σκεπτικιστές, ανθρώπους με παγκοσμιοποιημένα οράματα, ιστορικούς ανθέλληνες και ιδεολόγους της πεντάρας, τότε αυτός ο γνήσιος ανθρώπινος πόνος, ας μην μείνει βουβός και γραφικός, ως το εθνοθρησκευτικό παραλήρημα ενός γέροντος, που τα έχασε στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πόνος που εκφράζεται και σήμερα μέσα από τα λόγια ενός άλλου σύγχρονου μεγάλου και προοδευτικού καλλιτέχνη, του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος μας μιλά για την πατρίδα του και στενοχωριέται για την κατάντια της, μιλά για την Μακεδονία, την γλώσσα την εθνικότητα και την ιστορία της, και βουρκώνει, λόγια που στις μέρες μας υποβιβάζονται και λιδορούνται από μερίδα των πάλαι ποτέ συντρόφων του, αφού δεν ταιριάζουν πια με τους σκοπούς τους.

Για τον λόγο αυτό και προβαίνει στην αναδημοσίευση του άρθρου της Ιεράς Μονής Παρακλήτου το 2009 με τον τίτλο "Ο πόνος του Μακρυγιάννη", που υπάρχει παρακάτω, αλλά και τα δικά μου ταπεινά σχόλια που προηγήθηκαν, και συνολικά θέλουν να θίξουν τις ευαίσθητες χορδές της ηρωικής ελληνικής ψυχής,

Εξάλλου αν ψάξουμε στα τελευταία δυο χιλιάδες χρόνια ελληνικής, αλλά και παγκόσμιας ιστορίας, όσα ιδεολογήματα και αν σκαρφίστηκαν, όσες σοφιστείες και αν επιστράτευσαν οι αποτυχημένοι επίγειοι ηγέτες του κόσμου για να σαγηνεύσουν τους οπαδούς τους, εν τέλει όλοι τους απογοήτευσαν τον λαό τους, γιατί κανένας από αυτούς δεν ήταν αληθινός, κανένας δεν έδειξε τον ουρανό ως προορισμό του ανθρώπου, κανένας δεν μπόρεσε να μιλήσει για το αιώνιο, αλλά τα λόγια του περιορίστηκαν μόνο στο πεπερασμένο, το λίγο, το σύντομο, το κτιστό, το φθαρτό. Και ενώ όλοι και όλα μας πρόδωσαν και μας ξεγέλασαν τάζοντας μας και υπόσχοντας μας σχεδόν τα πάντα ανά τους αιώνες, όσοι είχαν και έχουν τον Χριστό, τις διδαχές Του, το Ευαγγέλιο Του, την Ορθοδοξία μας και την Εκκλησία Του για οδηγό τους καθημερινά, αυτούς δεν τους απογοήτευσε και δεν πρόκειται να τους απογοητεύσει και να τους εγκαταλείψει ποτέ ο Δεσπότης Χριστός, ως γνήσιος Πατέρας, ως Κύριος και Θεός των πάντων.
Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης
*****************************************************
μακριγιάννης

*Στην συνέχεια του άρθρου του π. Χρυσοστόμου Τελίδη, σας παραθέτουμε αποσπάσματα από μια όμορφη έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου που τιτλοφορείτε "Ο πόνος του Μακρυγιάννη". Σας τα παρουσιάζουμε δημοσιευμένα αυτούσια στην ιστοσελίδα του Ιερού Ναού μας, ενώ τα έχουμε εμπλουτίσει με ζωγραφιές και εικόνες της εποχής για να ταιριάζουν στο ύφος των αναρτήσεων μας...
![]() |
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ!«Θεοτόκε, μητέρα του παντός, το καύχημα της παρθενίας, το καύχημα της αρετής και τα πάντα της αγαθότης, προστρέχομεν οι αμαρτωλοί, οι αδύνατοι, εις εσπλαχνίαν της αγαθότης σου, να λυπηθείς τους αθώους εκείνους οπού φέρνουν την αμαρτωλή τους προσευχή ειλικρινώς εις τον παντουργόν και εις την βασιλείαν του, εκείνους οπού ’τρεξαν ξιπόλυτοι και γυμνοί, εκείνους οπού αφήσαν χήρες και αρφανά, εκείνους οπού ’χυσαν το αίμα τους, κατά τον όρκον τους, ν’ αναστηθεί διά της δυνάμεως του Παντοκράτορα η σκλαβωμένη τους πατρίδα και να λαμπρυθεί ο Σταυρός της Ορθοδοξίας,..» |
"Ο πόνος του Μακρυγιάννη"
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2009
Σε μια από τις πρώτες ήδη σελίδες των Απομνημονευμάτων του ο Μακρυγιάννης μάς παρουσιάζει ένα χαρακτηριστικό γεγονός των παιδικών του χρόνων. Γεγονός που εκφράζει εύγλωττα τους δύο πόλους, γύρω από τους οποίους, καθώς έχουμε πη, θα στραφή όλη του η ζωή: την ζωντανή πίστι του στον Θεό και την αγνή φιλοπατρία του.
"...Έγινα ως δακατέσσερων χρονών και πήγα εις έναν πατριώτην μου εις Ντεσφίναν… Στάθηκα με εκείνον μια ημέρα. Ήταν γιορτή και παγγύρι τ’ Αγιαννιού. Πήγαμεν εις το παγγύρι· μόδωσε το ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω, ετζακίστη. Τότε μ’ έπιασε σε όλον τον κόσμο ομπρός και με πέθανε εις το ξύλο. Δεν μ’ έβλαβε το ξύλο τόσο, περισσότερον η ντροπή του κόσμου. Τότε όλοι τρώγαν και πίναν και εγώ έκλαιγα. Αυτό το παράπονο δεν ηύρα άλλον κριτή να το ειπώ να με δικιώση, έκρινα εύλογον να προστρέξω εις τον Άι-Γιάννη, ότι εις το σπίτι του μόγινε αυτείνη η ζημία και η ατιμία. Μπαίνω τη νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του και κλειώ την πόρτα κι αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες: «τ’ είναι αυτό οπούγινε σε μέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν;». Και τον περικαλώ να μου δώση άρματα καλά κι ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον."
Πέρασαν χρόνια κι ο μικρός Μακρυγιάννης ανδρώθηκε και «έκανε κατάστασιν» (απέκτησε χρήματα), όμως δεν ξέχασε «τις συμφωνίες με τον αληθινόν φίλον του»:
"...Τότε έφκιασα ντουφέκι ασημένιον, πιστιόλες κα άρματα και ένα καντήλι καλό. Και αρματωμένος καλά και συγυρισμένος το πήρα και πήγα εις τον προστάτην μου και ευεργέτην μου και αληθινόν φίλον, -τον Άι-Γιάννη, και σώζεται ως την σήμερον- έχω και τόνομά μου γραμμένο εις το καντήλι. Και τον προσκύνησα με δάκρυα από μέσα από τα σπλάχνα μου, ότι θυμήθηκα όλες μου τις ταλαιπωρίες οπού εδοκίμασα…"
Η επανάστασις γρήγορα φούντωσε. Αλλά μετά τις πρώτες επιτυχίες, οι διχόνοιες και οι φατριασμοί εξασθένησαν τις ελληνικές δυνάμεις. Τότε ακριβώς επιτίθεται ο πανίσχυρος Ιμπραήμ κατά της Πελοποννήσου. Σ’ αυτή την κρίσιμη ώρα ανατίθεται στον Μακρυγιάννη να τον αναχαιτίση. Ο τότε νεαρός οπλαρχηγός σχεδιάζει ν’ αναμετρηθή με τον πολυάριθμο εχθρικό στρατό στο Νιόκαστρο της Πύλου. Ξέρει ότι τα φυσικά μέσα που διαθέτει δεν του φθάνουν για να νικήση. Αλλά ξέρει επίσης να αντλή την ακαταμάχητη υπερφυσική δύναμι από τα μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Η κοινωνία του με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας δεν ήταν κάτι περιστασιακό, το οποίο επέβαλε ο έσχατος κίνδυνος που διέτρεχε. Ήταν μια ζωντανή κοινωνία σ’ όλη του τη ζωή. Στην εποχή μας που πολύ επιπόλαια αντιμετωπίζεται η αναγκαιότητα των μυστηρίων της Θ. Ευχαριστίας και μάλιστα της Εξομολογήσεως, είναι σημαντική η μαρτυρία μιας τόσο φωτισμένης προσωπικότητος σαν τον Μακρυγιάννη για την σχέσι ολόκληρης της οικογενείας του μ’ έναν Πνευματικό.
"...έρχεται ο σεβάσμιος αγαθός Δεσπότης Μπουντουνίτζας (Μεδενίτσας) - έρχεται πάντοτες· με ξεμολογάει εμένα και την οικογένειά μου."
Μετά το Νιόκαστρο, όπου οι εσωτερικές συνθήκες ήταν για τον Μακρυγιάννη εξαιρετικά δύσκολες, θα χτυπήση τον Ιμπραήμ στους Μύλους του Ναυπλίου. Και εδώ, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, η πίστις του στον Θεό και η αγάπη του στην πατρίδα μεγαλούργησαν. Λίγο πριν από την θρυλική νίκη του, είχε μία αξιομνημόνευτη συνομιλία με τον γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ.

Οι αγώνες τόσων ετών εκαρποφόρησαν. Υπάρχει τώρα λίγη ελεύθερη Ελλάδα… Απειλείται ωστόσο πάλι και από εσωτερικούς και από εξωτερικούς κινδύνους. Ο ήρωάς μας αγωνιά και αγωνίζεται καθώς βλέπει να κινδυνεύουν η Πατρίδα και η Ορθοδοξία.

Με την οξυδέρκεια που τον χαρακτηρίζει αντιλαμβάνεται από πολύ νωρίς, ποιοι είναι οι πραγματικοί εχθροί της φυλής μας. Πονάει πολύ βλέποντας τις ραδιουργίες των ευρωπαίων απεσταλμένων στα πολιτικά παρασκήνια της Ελλάδος. Αγανακτεί για τις ύπουλες επεμβάσεις τους στα ιερά και τα όσια του έθνους μας και για τον φατριασμό των πολιτικών δυνάμεων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, που ήταν κι αυτός δικό τους έργο. Γίνεται εκτός εαυτού βλέποντας την ηθική διαφθορά των Ευρωπαίων να μολύνη την ελληνική οικογένεια, την ελληνική κοινωνία. Ο τρόπος του είναι οξύς. Η γλώσσα του σκληρή. Πολλές φορές φαίνεται καθαρά, πως θέλει να μιλήση με το σπαθί του, καθώς θα έλεγε ο Βλαχογιάννης.

"...Αυτείνοι δεν τήραγαν να θησαυρίσουνε μάταια και προσωρινά, τήραγαν να φωτίσουν τον κόσμο με φώτα παντοτινά. Έντυναν τους ανθρώπους αρετή… και γένονταν δάσκαλοι της αλήθειας. Κάνουν και οι μαθηταί τους οι Ευρωπαίοι την ανταμοιβήν εις τους απογόνους εμάς - γύμναση της κακίας και παραλυσίας. Τέτοι’ αρετή έχουν, τέτοια φώτα μας δίνουν. Μια χούφρα απόγονοι εκείνων των παλαιών Ελλήνων χωρίς ντουφέκια και πολεμοφόδια και τ’ άλλα αναγκαία του πολέμου ξεσκεπάσαμεν την μάσκαρα του Γκραν Σινιόρε, του Σουλτάνου, οπούχε εις το πρόσωπόν του κι εσκίαζε εσέναν τον μεγάλο Ευρωπαίγον…"
"...Όταν ο φτωχός ο Έλληνας τον καταπολέμησε ξυπόλυτος και γυμνός, τότε πολέμαγε και μ’ εσένα τον χριστιανόν, -με τις αντενέργειές σου, και τον δόλο σου και την απάτη σου κι εφόδιασμα τις πρώτες χρονιές των κάστρων. Αν δεν τα ‘φόδιαζες εσύ ο Ευρωπαίγος, ήξερες που θα πηγαίναμεν μ’ εκείνη την ορμή. Ύστερα μας γιομώσατε και φατρίες… πήρε ο καθείς σας το μερίδιόν του· και μας καταντήσετε μπαλλαρίνες σας· και μας λέτε ανάξιους της λευτεριάς μας ότι δεν την αιστανόμαστε. Το παιδί όταν γεννιέται δεν γεννιέται με γνώση· οι προκομμένοι άνθρωποι το αναστήνουν και το προκόβουν. Τέτοια ηθική είχετε εσείς και προκοπή, τέτοιους καταντήσετε κι εμάς τους δυστυχείς."
Σαν γνήσιος εκφραστής των αισθημάτων του ελληνικού λαού ξέρει και το διακηρύττει ότι αυτός ο αγνός λαός αποστρέφεται τις ατιμίες των ηγετών «των μεγάλων δυνάμεων» και στηρίζεται με εμπιστοσύνη στην δικαιοσύνη του Θεού.
"...Όμως του κάκου κοπιάζετε. Αν δεν υπάρχη σ’ εσάς αρετή, υπάρχει η δικαιοσύνη του μεγάλου Θεού, του αληθινού βασιλέα. Ότι εκείνου η δικαιοσύνη μάς έσωσε και θέλει μάς σώση· ότι όσα είπε αυτός είναι όλα αληθινά και δίκαια - και τα δικά σας ψέματα δολερά. Κι όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούση, ούτε να σας ιδή, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας, όχι των φιλανθρώπων υπηκόγωνέ σας, εσάς των ανθρωποφάγων οπ’ ούλο ζωντανούς τρώτε τους ανθρώπους και ‘περασπίζετε τους άτιμους και παραλυμένους· και καταντήσετε την κοινωνία παραλυσία…"

Δεν είναι όμως άδικος και φανατισμένος ο Στρατηγός. Ξέρει να διακρίνη και να ευγνωμονή με ειλικρίνεια αυτούς, που υπήρξαν «τίμιοι άντρες» και βοήθησαν την πατρίδα μας στα δύσκολα πρώτα βήματά της.
"...Τους έκανα ένα τραπέζι πολλά καλό… και είπα· «Από δικαιοσύνη διψάγει η πατρίδα και ‘λικρίνεια· όποιοι την κυβερνούνε ο Θεός να τους φωτίση και να τους οδηγήση εις αυτό». Έπγε κι ο Ρουντχάρτης* διά ‘μένα. Είναι η αλήθεια του Θεού, όσον καιρό κυβέρνησε αυτός μεγάλη δικαιοσύνη και ‘λικρίνεια είδαμεν· και ξόδιαζε κι εξ ιδίων του πολλά. Αλλά την αρετή εις την Ελλάδα η ‘διοτέλεια την κάνει κακία… κι έφυγε από την πατρίδα μας ο καλός κι αγαθός άνθρωπος· και εις τον δρόμον πέθανε από την πίκρα του. Ο Θεός να τόχη την ψυχή του αυτεινού του αγαθού ανθρώπου…"
Και μη νομίση κανείς ότι το μαστίγωμα του Ευρωπαίου στηρίζεται σε αόριστους φόβους και φαντασιοπληξίες. Η συζήτησις του Μακρυγιάννη με τον γάλλο περιηγητή Μαλέρμπ αποκαλύπτει τις εχθρικές διαθέσεις των Δυτικών εναντίον της Ορθοδοξίας:

Λίγο αργότερα αυτή η ύπουλη επίθεσις κατά της Ορθοδοξίας, έγινε προκλητική με την συνεργασία και μερικών δικών μας γραικύλων. Τότε είναι που ξεσπαθώνει. Ριζωμένος βαθειά στην ορθόδοξη πίστι μας με ιερό πάθος χτυπάει όλους αυτούς που μας έφεραν την ηθική παραλυσία και,

Δεν διστάζει να τα βάλη και με τον ίδιο τον πρωθυπουργό της Ελλάδος, όταν υποπτεύεται πως συμπράττει στα ξένα σχέδια κατά της θρησκείας μας.

Μια προφητική επικαιρότητα χαρακτηρίζει τις έντονες διαμαρτυρίες του Μακρυγιάννη, για πολλά στραβά κι ανάποδα της εποχής του, που σήμερα θα τα λέγαμε ξεθεμέλιωμα της οικογενείας, βεβήλωσι του ιερού χώρου της παιδείας και εξαχρείωσι των ηθών κυρίως από τα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας, που κατά κανόνα είναι διαβρωτικά, με ιδιαίτερες επιπτώσεις στην ευόλισθη νεολαία μας.
"...Το έθνος αφανίστη όλως διόλου και η θρησκεία-εκκλησία εις την πρωτεύουσα δεν είναι και μας γελάνε όλος ο κόσμος. Οι φατρίες σας, τόνα μέρος και τ’ άλλο, θέλετε θέατρο· το φκιάσετε κι αυτό διά να μας μάθη την παραλυσία. Και δι’ αυτό παίρνουν δυο αδέλφια δυο αδελφές. Ό,τι του λες - «η θρησκεία δεν είναι τίποτας!» Και τα παιδιά οπού τα στέλνουν να φωτιστούν γράμματα κι αρετή, από μέσα το κράτος κι απόξω, φωτίζονται την τραγουδική και ηθική του θεάτρου· και πουλάνε τα βιβλία τους οι μαθηταί να πάνε να ακούσουνε την Ρίτα Βάσσω, την τραγουδίστρια του θεάτρου· ότι παλαβώσανε οι γέροντες, όχι τα παιδάκια να μην πουλήσουνε τα βιβλία τους… Γι’ αυτείνη την προκοπή σού στέλνει κάθε γονέας το παιδί του εις την πρωτεύουσα; Αυτά τα φώτα να γυμναστή;"

"...Αφάνισαν όλως διόλου τα μοναστήρια και οι καϊμένοι οι καλόγεροι, οπού αφανίστηκαν εις τον αγώνα, πεθαίνουν της πείνας μέσα στους δρόμους, οπού αυτά τα μοναστήρια ήταν τα πρώτα προπύργια της απανάστασής μας. Ότι εκεί ήταν και οι τζεμπιχανέδες μας (πυριτιδαποθήκες) κι όλα τα αναγκαία του πολέμου· οτ’ ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους. Και θυσίασαν οι καϊμένοι οι καλόγεροι και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα. Και οι Μπαυαρέζοι παντήχαιναν, ότ’ είναι οι Καπουτζίνοι της Ευρώπης, δεν ήξεραν ότ’ είναι σεμνοί κι αγαθοί άνθρωποι και με τα έργα των χεριών τους απόχτησαν αυτά, αγωνίζοντας και δουλεύοντας τόσους αιώνες· και ζούσαν μαζί τους τόσοι φτωχοί κι έτρωγαν ψωμί… και χάλασαν (οι Μπαυαρέζοι) και ρήμαξαν όλους τους ναούς των μοναστηριών."
"…Εγώ δεν ξέρω κολακείες και πάντοτες του είπα (του βασιλέως) την αλήθεια. Ό,τι γράφω εδώ του το είπα και στοματικώς πολλάκις, ότι σ’ αυτείνη την πατρίδα οπού βασιλεύει αυτός, όσο να γένη έτοιμον το βασίλειον έλυωσαν λιοντάρια -εγώ ‘μπρος σ’ εκείνους είμ’ ένας ψύλλος. Όμως έκανα κι εγώ ό,τι μπορούσα. Είχα δύο ποδάρια, τζακίστη το ένα, είχα δύο χέρια, έχω ένα· την κοιλιά μου τρύπια, το κεφάλι με δύο τρύπες. Το λοιπόν αν θέλωμεν το λίγο να γένη μεγάλον, πρέπει να λατρεύωμεν Θεόν, ν’ αγαπάμε πατρίδα· νάχωμεν αρετή τα παιδιά μας να μαθαίνωμεν γράμματα κι ηθική."
Φαίνεται πως χάσαμε αυτό το κριτήριο που λέγεται ελληνορθόδοξο ήθος, γι’ αυτό και χτυπούν παράξενα στ’ αυτιά μας τα ταπεινά λόγια του Στρατηγού. Μέγας αυτός από τα πεδία των μαχών αναγνωρίζει στον εαυτό του την τελευταία θέσι. Ποθούσε και λαχταρούσε να δη όλους τους Έλληνες αδιακρίτως μονιασμένους στον αγώνα για την Ελλάδα και την θρησκεία της. Γι’ αυτό και συμβουλεύει με τον υπέροχο τρόπο του τονίζοντας:

Με το ψέμα και τον δόλο δεν συμβιβάστηκε ποτέ. Σ’ όλη του την ζωή μόχθησε για την αλήθεια. Για χάρι της ήταν έτοιμος να θυσιάση και την ζωή του.
"… Ότι εις την αλήθειά μου πεθαίνω… Και διά να μιλώ την αλήθεια κατατρέχομαι κι από βασιλέα κι από προκομμένους. Θέλουν την αλήθεια κι όποιος την ειπή κιντυνεύεται. Αλήθεια, αλήθεια, πικριά οπού είσαι! Ούτε βασιλείς σε ζυγώνουν, ούτε οι προκομμένοι· μόνον ρωτούν διά σένα και ύστερα σε κατατρέχουν."
"…Είχα κι ένα μήνα οπού άρχισα να παίρνω μιστόν του βαθμού μου, καθώς και οι άλλοι έπαιρνα τρακόσες εξήντα δραχμές. Είδα αυτό, και πέθαιναν οι άνθρωποι εις τα παλιοκλήσια, οπλαρχηγοί και άλλοι, κι από την πείνα κι από το κρύον, τότε στοχάστηκα: Οι αγωνισταί να πεθαίνουν της πείνας, κι εμείς να πλερωνώμαστε ολίγοι άνθρωποι; Εμείς οι ολίγοι φέραμε την λευτεριά; Να κόψωμεν κι εμείς τον μιστόν μας, είτε να πάρουν και οι αδελφοί μας συναγωνισταί! Ει δε ξίκι να γένη και σ’ εμάς! Τότε φκιάνω μιαν αναφορά και λέγω: «Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείνα και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες των σκοτωμένων και τα παιδιά τους, τον μισθόν οπού μου δίνετε διατάξετε να μου κοπή όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες κι αρφανά των σκοτωμένων…"
Στον Μακρυγιάννη οφείλεται εξ ολοκλήρου η διοργάνωσις του κινήματος αυτού, που συνετέλεσε στην ομαλοποίησι του ελευθέρου βίου και στην επιβολή του πρώτου ελληνικού συντάγματος, δηλαδή στην θεμελίωσι μιας ευνομούμενης δημοκρατικής πολιτείας χωρίς τις αυθαιρεσίες της κηδεμονευόμενης από τους Βαυαρούς μοναρχίας.
Το κίνημα όμως κινδύνεψε ν’ αποτύχη γιατί εν μέρει αποκαλύφθηκε. Το σπίτι του Στρατηγού το βράδυ εκείνο πολιορκείται από στρατιώτες (πεζούς και ιππείς). Η ζωή του για μια ακόμη φορά διατρέχει τον έσχατο κίνδυνο. Σ’ αυτή την σκοτεινή ώρα πέφτει στα γόνατα και ζητάει «φώτισιν και θάρρος». Σηκώνεται ενισχυμένος και μέσα σ’ εκείνη την αντάρα γράφει τη διαθήκη του, που είναι ένας εθνικοθρησκευτικός θούριος:

1843 Σεπτεμβρίου 3**
μακριγιάννις.
-------------------------------------------------------------------------------
* Ρούντχαρτ: Αρχικαγκελάριος του Όθωνος
** Το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου έγινε αποδεκτό από τον λαό και επεκράτησε. Επεβλήθη το πρώτο σύνταγμα. Σε ανάμνηση του ιστορικού αυτού γεγονότος η πλατεία προ των τότε Ανακτόρων (σημερινής Βουλής) ονομάσθηκε πλατεία Συντάγματος από την κραυγή του λαού προς τους βασιλείς «Σύνταγμα-Σύνταγμα» και μια από τις κεντρικές οδούς των Αθηνών 3ης Σεπτεμβρίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου