Γ' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


«Χαίρε κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις, 
Χαίρε απογενώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις».
      Ο Ακάθιστος ύμνος είναι ένα τροπάριο δοξολογικό, ένας ύμνος, ένα ποίημα για την Παναγία Θεοτόκο  και Παρθένο Μαρία, μητέρα του Θεού και όλων μας, ενώ αναφέρετε κυρίως σε δύο κορυφαία γεγονότα της ζωής και της ιστορίας του κόσμου μας.
    Το πρώτο είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, μεγάλη εορτή την οποία πανηγυρικά εορτάσαμε στις εκκλησιές με δοξολογίες, αλλά και με στεφάνια στα μνημεία των ηρώων μας, με επιμνημόσυνες δεήσεις και με παρελάσεις, πριν από λίγες ημέρες, αφού συμπίπτει, και όχι τυχαία, με την παλιγγενεσία του έθνους μας, μιας πατρίδας που η ανάσα της Παναγίας ακουμπάει τα πρόσωπα των ανθρώπων της, ενώ  το δεύτερο, ως συνέπεια του πρώτου, είναι η σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού. Αυτά τα δύο γεγονότα, μέσα στα πλαίσια της Μεγάλης και Άγίας Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας τα θυμίζει κάθε Παρασκευή σε όλους μας. Αυτά τα γεγονότα είναι η ιστορία της σωτηρίας του ανθρώπου.
    Στην Γ’ στάση των Χαιρετισμών, οι οποίοι θα ακουστούν από τους ιερείς όλης της Ορθοδοξίας για φέτος την Παρασκευή 5η Απριλίου του έτους 2013, μια όμορφη ακολουθία που δεν έπαψε και δεν θα σταματήσει ποτέ να ακούγεται, τουλάχιστον στην δική μας ευλογημένη χώρα που λατρεύει την  Μάνα της την Παναγιά, αναφέρονται οι συνέπειες για εμάς τους ανθρώπους, που είχε ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η ενανθρώπηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και γι’ αυτά τα δύο γεγονότα απευθύνουμε όλα αυτά τα «χαίρε» στην Υπεραγία Θεοτόκο.
   Τα «χαίρε»,που όλοι μας συγοψάλουμε κάθε Παρασκευή μαζί με τον ιερέα,είναι ένας τρόπος για να δοξάσουμε την Παναγία και εγώ τώρα εδώ θα’θελα να μείνω σ’ένα και μόνο λόγο του συγγραφέως του ποιήματος των Χαιρετισμών της Παναγιάς, που μας λέει εύστοχα και με περισσή ομορφιά:  
«Χαίρε κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις, Χαίρε απογενώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις».
   Χαίρε εσύ, που κυοφόρησες και γέννησες Εκείνον, που θα ήτανε ο οδηγός των πλανεμένων. Χαίρε εσύ, που γέννησες Αυτόν, που θα ελευθερώσει τους αιχμαλώτους.
   Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, είμαστε και τα δύο. Είμαστε και πλανεμένοι και αιχμάλωτοι. Πλανηθήκαμε, γιατί στηριχθήκαμε στη δική μας σοφία. Τουλάχιστον οι ρήτορες των Αθηναίων έμειναν έκπληκτοι. Εμείς πιστέψαμε ότι, ακόμα και από τους ρήτορες είμαστε πιο έξυπνοι και θελήσαμε να προσπεράσουμε το γεγονός. Το γεγονός της αγάπης του Θεού. Τι καταφέραμε; Μπερδευτήκαμε, πλανηθήκαμε στη ζωή μας, πήραμε λάθος δρόμους και φτάσαμε σε αδιέξοδα. Στα αδιέξοδα, που ζούμε και σήμερα. Στα αδιέξοδα, που ζουν οι άνθρωποι όλων των εποχών όταν, αντί να εμπιστευθούν το λόγο και την αλήθεια του Χριστού, επιμένουν στο δικό τους θέλημα και έτσι έχουμε ότι μας συμβαίνει στον κόσμο και παλιότερα και τώρα. Απλά, τώρα επιβεβαιωθήκαμε, ότι χρεωκοπήσαμε και ότι αποτύχαμε παντελώς. Όχι, γιατί δεν ξέραμε καλά τα οικονομικά, αλλά γιατί προβάλλαμε μπροστά τον εγωισμό μας και εκεί τσακιστήκαμε.
    Αποδειχτήκαμε πόσο ανόητοι είμαστε. Πόσο αστοιχείωτοι είμαστε, αφού δεν καταφέραμε να κερδίσουμε τη ζωή που θέλουμε. Αφού δεν καταφέρνουμε να κρατάμε ένα σπίτι γεμάτο αγάπη και χάρη. Αφού δεν καταφέρνουμε να χαρίσουμε ένα χαμόγελο στα ίδια μας τα παιδιά. Περπατάμε καλά, λοιπόν; Είμαστε άνθρωποι στο σωστό δρόμο; Είμαστε άνθρωποι που ξέρουμε τι θέλουμε ή που απεδείχθη ότι δεν ξέρουμε τι θέλουμε και τι ζητάμε; Και πού μας οδήγησε αυτή η πλάνη; Όπου οδηγούν όλες οι πλάνες. Στη αιχμαλωσία. Και η αιχμαλωσία των σωμάτων μας είναι πιο υποφερτή από την αιχμαλωσία των ψυχών μας.
    Στα πεντακόσια χρόνια της σκλαβιάς μας στους Τούρκους, αλλά και στον πόλεμο του ΄40 κάτω από την μπότα των Γερμανών επιχειρήθηκε, και τα κατάφεραν και στις δύο περιπτώσεις, να μας αιχμαλωτίσουν το σώμα. Όμως δεν κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν την ψυχή μας. Γι’ αυτό διεκδικήσαμε και κερδίσαμε και τη σωματική μας ελευθερία.
   Σήμερα ζούμε την παντοειδή αιχμαλωσία μας. Σήμερα είμαστε, είτε αρέσει σε μερικούς είτε όχι, ένα κράτος υπό κατοχή. Ένα κράτος, που έχει υποθηκευτεί το σπίτι και η ζωή του καθενός μας, ίσως και των παιδιών μας, η περιουσία του τόπου μας. Μη ξαφνιαστούμε, όταν ξυπνήσουμε κάποια στιγμή από όλο αυτόν τον κουρνιαχτό, και αντιληφθούμε πως τίποτα δεν μας ανήκει πια, πως ακόμα και η ζωή και το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας είναι υποθηκευμένα. Πως τα καταφέραμε; Αιχμαλωτιστήκαμε στην ψυχή μας με όλα αυτά τα επίγεια αγαθά που μας πρόσφεραν οι "φίλοι "μας. Αλλά πια είναι η αιχμαλωσία της ψυχής μας; Η αιχμαλωσία που γέννησαν τα πάθη. Και δουλεύοντας στα πάθη μας ξεπουληθήκαμε και στην ψυχή και στο σώμα μας. Γι’ αυτό γίναμε και ανίκανοι να χαρίσουμε ένα χαμόγελο στα παιδιά μας. Αλλά τώρα κινδυνεύουμε να φτάσουμε σε ρυθμούς στέρησης και πείνας, που δεν δια νοηθήκαμε ποτέ ότι θα φτάσουμε.
    Πιστέψαμε ότι, αυτά ήταν για τους πατεράδες μας και τώρα τα ζούμε εμείς. Και σε εκείνους τα έφεραν οι ξένοι. Εμείς παραδοθήκαμε και ξεπουληθήκαμε μόνοι μας. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Τι μας μένει; Η επιστροφή. Η επιστροφή στην αγάπη και στη χάρη της Παναγιάς και του Χριστού. Όπως το κάναμε σε άλλες δύσκολες ώρες, έτσι και τώρα να ζητήσουμε μετάνοια. Να κάνουμε αυτό που θα ακούσουμε στο ποίημα της Παναγιάς μας. Να «ξενωθώμεν». Να γίνουμε ξένοι στην νοοτροπία αυτού του κόσμου και να αποκτήσουμε νουν Χριστού και φρόνημα Χριστού. Και τότε θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας, θα ξαναβρούμε τα σπίτια μας, την ζωή μας. Και τότε θα είμαστε ικανοί και δυνατοί, ενώ τώρα δεν είμαστε, να πετάξουμε έξω από τον τόπο μας, αυτούς που μας κατέκτησαν.
   Αλλά αυτή η αλλαγή προϋποθέτει τη δική μας εσωτερική αλλαγή. Όταν καταφέραμε και δημιουργήσαμε νέα παιδιά, μια ολόκληρη γενιά από στρατιώτες που με μεγάλη ευκολία και χωρίς δεύτερη σκέψη υποκύπτουν στις σειρήνες της  πονηρής εποχής που ζούμε, ενώ το μόνο που αναζητούν είναι η καλοπέραση, αυτό σημαίνει  πως εμείς πουλήσαμε τις ψυχές τους. Εάν λοιπόν, δεν αποκτήσουμε ένα φρόνημα οντολογικής ελευθερίας, αυτό που μας χαρίζει η αγάπη του Θεού, τότε ουσιαστικά δεν έχουμε μέλλον, και ας μη μας παραμυθιάζει κανένας.
    Γι’ αυτό λοιπόν, ζώντας μέσα στην Εκκλησία, μπορούμε να δούμε την αλήθεια. Μπορούμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Γιατί αν πραγματικά μελετήσουμε τη ζωή της, θα δούμε ότι αυτά που θέλουμε σήμερα είναι ακριβώς αυτά που υπάρχουν στην Παράδοση της Ορθοδόξου πίστεώς μας.
    Αγαπητοί  μου αδελφοί, δεν είναι άλλο πράγμα η ζωή μας, η καθημερινότητά μας, το σπίτι μας, οι δουλειές μας, οι φίλοι μας και άλλο πράγμα η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι η σωσμένη ζωή μας., μια ζωή όπως ονειρευτήκαμε. Και γι’ αυτό μπαίνουμε σ’ αυτήν. Όχι, για να ‘χουμε ένα ψυχολογικό άλλοθι, αλλά για να βρούμε τον πραγματικό μας εαυτό, και να χαρούμε και να ζήσουμε όμορφα και ευλογημένα.
    Να παρακαλέσουμε λοιπόν, σήμερα, τώρα, εδώ στην εκκλησιά μας την Παναγία, την αγαπημένη και μονάκριβη κόρη των γονιών της και προστατών των ζευγαριών που δυσκολεύονται να τεκνοποιήσουν, φύλακες των παιδιών μας και υποστηρικτών της οικογενείας, προστατών  της γειτονιάς των Ανθοκήπων της Ευκαρπίας, της ευλογημένης Ενορίας μας, των Αγίων και Δικαίων Θεοπατόρων, του Αγίου Ιωακείμ και της Αγίας Άννας και γονατιστοί να της προσφέρουμε το λουλούδι  που της χρωστάμε όλοι μας και να το εναποθέσουμε στην εικόνα της, λαμπάδα από μελισσοκέρι να  ανάψουμε και να της την προσφέρουμε, για να μας φωτίσει όλους μας, και τον τόπο μας ολόκληρο, για να βρούμε τις αλήθειες που ξέραμε και τώρα τις ξεχάσαμε, να βρούμε το θάρρος που μας έκλεψαν και τώρα δειλιάσαμε, να βρούμε την πίστη για την οποία μας χλεύασαν οι άπιστοι, να βρούμε τον πλούτο που μας άρπαξαν οι τραπεζίτες της γης αυτής, αλλά και οι άλλοι που παζαρεύουν ακόμα τον πλούτο της ψυχής μας και γι’ αυτό φτωχύναμε.
TAG