*Η διαμάχη των πιστών για την πρωτοκαθεδρία τους,
*η ιστορία του συνεορτασμού τους από την Εκκλησία, &
*ο καθορισμός της σχολικής εορτής τους από την Πολιτεία, ως "Προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας"
*ο καθορισμός της σχολικής εορτής τους από την Πολιτεία, ως "Προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας"


Αλλά και αργότερα, σιγά-σιγά, από το 1826 μέχρι 1841 και μετά, η ίδια αυτή ημέρα μας υποδεικνύει χαρακτηριστικά πως η ένωση αυτών των Τριών Μεγάλων Ιεραρχών, υποδηλώνει και την ενότητα Κράτους και Εκκλησίας, της Ελλάδος μας και της Ορθοδοξίας μας, της Ακαδημαϊκής Κοινότητας με το Ιερατείο,



όπως επισημαίνει η Έφη Γαζή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, και συνεχίζοντας μας λέει πως...
"...αυτό αποτυπώνει μεταξύ άλλων και την καθιέρωση της συγκεκριμένης εορτής",
και τους Αγίους, Βασίλειο, Γρηγόριο και Ιωάννη, ως τους προστάτες των Γραμμάτων, των Επιστημών και της Παιδείας.



Τότε ήταν που πρυτάνευσε η λογική, και έγιναν κανονικά οι εκκλησιασμοί των μαθητών μας σε Δημοτικά,

Τέτοια μέρα, οι άνθρωποι των γραμμάτων, και ειδικότερα όσοι εμπλέκονται στη μαθησιακή διαδικασία, δάσκαλοι και μαθητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, τιμούν τους Τρεις μεγάλους Ιεράρχες Αγίους και Οικουμενικούς Διδασκάλους, τον Βασίλειο τον Μέγα, τον Γρηγόριο το Θεολόγο, τον Ναζιανζηνό και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.
Μ’ αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζουμε την σημαντική προσφορά τους στην εκπαίδευση και τους προβάλλουμε σαν διαχρονικά πρότυπα όχι μόνο δασκάλων, αλλά και μαθητών. Άλλωστε, οι συγκεκριμένοι Ιεράρχες εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να θεωρούνται ως οι κατ' εξοχήν εκπρόσωποι και προστάτες των γραμμάτων και της Ελληνορθόδοξης Παιδείας μας, ως οι καινοτόμοι παιδαγωγοί και δάσκαλοι του Γένους μας.

Οι μεγάλοι αυτοί Άγιοι άνδρες, οι σπουδαίες εκείνες προσωπικότητες του Ελληνισμού, έζησαν, όπως είπαμε παραπάνω, τον 4ο μ. Χ. αιώνα, τον χρυσό, όπως ονομάστηκε, αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων.
Ο εορτασμός από κοινού της μνήμης τους κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου, παρόλο που για τον καθένα τους η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ορίσει χωριστή εορτήν και πανήγυριν, καθιερώθηκε χίλια χρόνια πριν, περί τον 11ο αιώνα, την εποχή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού και προήλθε, όσο και αν σας φαίνεται περίεργο, από την διαμάχη εναρέτων και λογίων ανδρών στην Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι υποστήριζαν ως πρώτον τη τάξει, τον έναν Άγιο περισσότερο από τον άλλο, και εν τέλει όλοι φαίνονταν να έχουν δίκαιο, μιας και οι Άγιοι Τρεις Ιεράρχες είχαν ο καθένας να επιδείξει και κάτι ξεχωριστό στον χαρακτήρα του, με κατακτήσεις μεγάλες στο χώρο του πνεύματος και της παιδείας.
Την λύση έδωσε ο τότε ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους, με τον συνεορτασμό των Τριών Μεγάλων αυτών Ιεραρχών (παρακάτω θα βρείτε ένα ολόκληρο αναλυτικό κεφάλαιο για το θέμα αυτό) Από τότε η Αγία του Θεού Εκκλησία μας, μνημονεύει στο Συναξάρι της και τιμά με ιδιαίτερη Ακολουθία, που μάλιστα έγραψε ο ίδιος ο Άγιος Ευχαΐτων, και με τον πιο επίσημο τρόπο, το καλύτερο δείγμα του πνευματικού θησαυρού που διαθέτει ο Ορθόδοξος Ελληνισμός, όπως αυτό έχει κατοχυρωθεί στη συνείδηση της Εκκλησίας και της Πολιτείας.


Ας γνωρίσουμε όμως τώρα, έναν-έναν ξεχωριστά τους Τρεις εκείνους μεγάλους παιδαγωγούς...
Ο Μέγας Βασίλειος ο Μέγας, ο Ουρανοφάντωρ,
γεννήθηκε το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν και αυτός Βασίλειος και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου. Η χριστιανή μητέρα του ονομαζόταν Εμμέλεια κι έδωσε πολύ επιμελημένη αγωγή στο γιο της. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα του και μετά φοίτησε σε διάφορα σχολεία της πατρίδας του και της Κωνσταντινούπολης.

Σε ηλικία 20 χρονών ο Βασίλειος πήγε στην Αθήνα, όπου κατά την τετραετή εκεί παραμονή του κοντά σε φημισμένους δασκάλους σπούδασε όλες σχεδόν τις μέχρι τότε γνωστές επιστήμες: Φιλοσοφία, Ρητορική, Φιλολογία, Ιστορία, Ιατρική, Αστρονομία, Άλγεβρα και Γεωμετρία.

Ό,τι δίδασκε με τα λόγια ο Βασίλειος το εφάρμοζε με έργα και στην ζωή του ως επίσκοπος, επιθυμώντας μ’ αυτόν τον τρόπο να παραδειγματίσει το ποίμνιό του.
Πιο συγκεκριμένα, με τις δυνατότητες που του έδινε ο πλούτος της οικογενείας του, η μόρφωση και οι γνώσεις του, η ποιμαντική ικανότητα του, η Χάρις του Θεού που τον συνόδευε σε κάθε βήμα του και η αγάπη για τον συνάνθρωπο, ίδρυσε μια σειρά από φιλανθρωπικά ιδρύματα, την γνωστή Βασιλειάδα, μια πρότυπη πόλη οργανωμένης φιλανθρωπίας, με σχολεία, θεωρητικής και τεχνικής κατεύθυνσης, εργαστήρια όπου έδινε δουλειά στους νέους, ορφανοτροφεία, γηροκομεία, νοσοκομεία, μια ολάκερη Πολιτεία, όπου μπορούσε να εισαχθεί ο οποιοσδήποτε φτωχός νέος, να καταρτιστεί και να βγει στην κοινωνία ως χρήσιμο και ισότιμο μέλος της, κάτι που παρόμοιο του, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν υπάρχει ούτε στις μέρες μας, στον 21ο αιώνα της τεχνολογίας, της πληροφορίας και της ταχύτητας, έναν "σκληρό" αιώνα όπου κοιτάμε, χωρίς να βλέπουμε, την φτώχεια που υπάρχει δίπλα μας χωρίς να κάνουμε τίποτε...ή να κάνουμε πολύ λίγα για αυτήν και μάλιστα έχοντας απώτερο σκοπό. Αλλά αυτό που κάνει ακόμα σημαντικότερο το φιλανθρωπικό έργο του είναι πως μοίρασε τα χρήματά και τα υπάρχοντα του σ’ όσους είχαν ανάγκη, απομένοντας έτσι και ο ίδιος φτωχός. Κι όλα αυτά τα έκανε, γιατί πίστευε ότι, επειδή όλα ανήκουν στο Θεό, όφειλε να χρησιμοποιεί τα πλούτη του για να βοηθούνται όσοι υπέφεραν.


Και όχι μόνο, αλλά και τον πλουτισμό και τα κέρδη των επιχειρήσεων, μια φιγούρα που ήρθε και στην Ελλάδα λίγο αργότερα, για να χρησιμοποιηθεί μέχρι τις μέρες μας διαφημίζοντας ότι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου, και εν τέλει, να αντικαταστήσει με πονηριά και δόλο παίρνοντας το όνομα ενός πραγματικού και μεγαλοπρεπούς Αγίου της Ορθοδοξίας μας, τον μαυρογένη και αδύνατο Άγιο Βασίλειο τον Μεγάλο, Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας στην Μικρά Ασία.
(εκτεταμένο άρθρο μας για αυτό το περίεργο μπλέξιμο του παραμυθιού μιας παιδικής σειράς βιβλίων την δεκαετία του '30 και αργότερα περί το 1960, της "Coca Cola", θα βρείτε με ένα κλικ στον σύνδεσμο που δημιουργήσαμε για εσάς...)
Τέλος χαρακτηριστικό είναι και ένα θαύμα
που έκανε ο Άγιος Βασίλειος όσο ζούσε, στο οποίο και οφείλουμε εμείς οι νεοέλληνες και νεοχριστιανοί το παραδοσιακό έθιμο της κοπής της Βασιλόπιτας με το χρυσό φλουρί, κατά την ημέρα της εορτής του , ή και λίγο αργότερα, στα σπιτικά μας, στις εκκλησιές, στις επιχειρήσεις, στα Σχολεία, στους Συλλόγους, στους φορείς και στις δομές της Πολιτείας και του Κράτους μας...παντού,
Τέλος χαρακτηριστικό είναι και ένα θαύμα
που έκανε ο Άγιος Βασίλειος όσο ζούσε, στο οποίο και οφείλουμε εμείς οι νεοέλληνες και νεοχριστιανοί το παραδοσιακό έθιμο της κοπής της Βασιλόπιτας με το χρυσό φλουρί, κατά την ημέρα της εορτής του , ή και λίγο αργότερα, στα σπιτικά μας, στις εκκλησιές, στις επιχειρήσεις, στα Σχολεία, στους Συλλόγους, στους φορείς και στις δομές της Πολιτείας και του Κράτους μας...παντού,
(με ένα κλικ στον σύνδεσμο μας, μπορείτε να βρείτε λεπτομέρειες για το θαύμα και το έθιμο αυτό της κοπής της Βασιλόπιτας, από τα δημοσιευμένα άρθρα των ιστοσελίδων της Ενορίας μας...)
για να έχουμε έτσι την ευλογία και την εύνοια του επί τη ενάρξει του νέου ενιαυτού, όπως λέει και ο ιερέας διαβάζοντας την ευχή της κοπής της Βασιλόπιτας.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός,
γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό, ένα χωριό κοντά στην Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Πατέρας του ήταν ο επίσκοπος Ναζιανζού Γρηγόριος, αφού εκείνη την εποχή μπορούσαν να χειροτονηθούν και έγγαμοι επίσκοποι. Η χριστιανή μητέρα του, η Νόννα έδωσε τον καλύτερο εαυτό της για την ανατροφή του γιου της. Αφού έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Ναζιανζό, οι γονείς του έστειλαν τον Γρηγόριο για να σπουδάσει στην ρητορική Σχολή της Καισαρείας της Καππαδοκίας.
Η δίψα για μάθηση ώθησε τον Γρηγόριο να συνεχίσει σε ανώτερο πια επίπεδο τις σπουδές του στις φιλοσοφικές σχολές της Καισαρείας της Παλαιστίνης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας.


Το 358 ο Άγιος Γρηγόριος γύρισε στην Ναζιανζό και βαπτίστηκε χριστιανός. Το 372 έγινε επίσκοπος Σασίμων, μιας άσημης κωμόπολης της Καππαδοκίας, και το 380 ο βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας τον ανακήρυξε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, θέση από την οποία παραιτήθηκε σύντομα. Γύρισε στην Αριανζό, όπου και πέθανε το 391.
Ο Γρηγόριος αφιέρωσε όλη του την ζωή στο να βοηθάει τους χριστιανούς και να τους προστατεύει από τις αιρέσεις. Η θεολογική του σκέψη, τα βαθυστόχαστα συγγράμματά του, η έντονη ποιητικότητα του έργου του και η προσφορά του στον συνάνθρωπο τον ύψωσαν σε φωτεινό πρότυπο μοναδικού πνευματικού και θεολογικού κάλλους. Γι’ αυτό δικαίως χαρακτηρίζεται ως ο σπουδαιότερος, ο άριστος θεολόγος της χριστιανικής Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,
γεννήθηκε το 354 στην Αντιόχεια, την μεγάλη ελληνιστική πρωτεύουσα της Συρίας, την Αθήνα της Ασίας, όπως την έλεγαν τότε. Ο πατέρας του Σεκούνδος ήταν ανώτερος αξιωματικός του συριακού στρατού. Η μητέρα του Ανθούσα έμεινε χήρα σε ηλικία 20 χρονών. Κύριο έργο της από τότε και στο εξής είχε την ανατροφή και την μόρφωση του γιου της. Ο Ιωάννης είχε δάσκαλο στη ρητορική τον ειδωλολάτρη Λιβάνιο και στην φιλοσοφία τον Ανδραγάθιο. Εξάσκησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα με μεγάλη επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου ή του ρητοροδιδασκάλου.
Βλέποντας όμως τις αδικίες του δικαστικού συστήματος μέσα στα δικαστήρια, αποφάσισε να ακολουθήσει θεολογικές σπουδές στην ακμάζουσα τότε Θεολογική σχολή της Αντιόχειας και κατόπιν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μια άλλη σπουδαία ελληνιστική πρωτεύουσα της εποχής εκείνης.


Στην περίοδο των σπουδών του ο Χρυσόστομος γνώρισε τον επίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο, ο οποίος πιθανώς και τον βάπτισε χριστιανό το 372. Το 380 χειροτονήθηκε διάκονος στην Αντιόχεια και μετά από πέντε χρόνια πρεσβύτερος. Το 397 χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Όντας στην θέση αυτή ήρθε σε σύγκρουση με την αυτοκράτειρα Ευδοξία και την πλουτοκρατία της βυζαντινής πρωτεύουσας. Συνεπεία αυτών οδηγήθηκε στην εξορία, όπου και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου του 407.


"Οι Τρεις Ιεράρχες"
Το παράδειγμά των Τριών Ιεραρχών με τις πολυετείς και πολύπλευρες, όπως είδαμε, σπουδές τους, μαρτυρεί την μεγάλη εμπιστοσύνη που οι τρεις αυτοί Δάσκαλοι είχαν στην αναμορφωτική δύναμη της παιδείας, την οποία παιδεία σπούδασαν ως μια συνολική πρόταση ζωής.
Γι’ αυτούς η παιδεία δεν ήταν μόνο φιλοσοφία ή ρητορική ή αστρονομία ή θεολογία ή ψυχολογία, αλλά ήταν όλα αυτά μαζί, δηλαδή μόρφωση σώματος και ψυχής.
Γι’ αυτούς η παιδεία δεν ήταν μόνο φιλοσοφία ή ρητορική ή αστρονομία ή θεολογία ή ψυχολογία, αλλά ήταν όλα αυτά μαζί, δηλαδή μόρφωση σώματος και ψυχής.
Όμως, μέσα σε αυτήν την προσπάθεια ενδελεχούς καταγραφής του βίου των Τριών Ιεραρχών, δεν θα μπορούσαν να λείψουν και οι καταγραφές μας για τις μητέρες τους, Αγίες και αυτές της Εκκλησίας μας, που τις τίμησε και τις ανέδειξε ως παράδειγμα για τις νέες μητέρες και γυναίκες όλων των εποχών ως και τις μέρες μας.
Έτσι παρότι τις εορτάζει και αυτές ξεχωριστά μέσα στο εκκλησιαστικό έτος, την Αγία Εμμέλεια, μητέρα του Μέγα Βασιλείου την 30 Μαΐου, την μητέρα του Γρηγορίου του Θεολόγου, την Αγία Νόννα την 5η Αυγούστου, και την Αγία Ανθούσα, μητέρα του Ιερού Χρυσοστόμου την 28η Ιανουαρίου, τις εορτάζει και μαζί, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Κυριακή μετά την εορτή της Υπαπαντής,
(Η Δεσποτική και Θεομητορική εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου μας, εορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου εκάστου έτους, που είναι και η επίσημη εκκλησιαστική εορτή της μητέρας)
υπερτονίζοντας έτσι την θέση της μητέρας στην ανατροφή, μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των παιδιών, με παράδειγμα προς μίμηση αυτό των Τριών Αγίων Μητέρων των Τριών Ιεραρχών.
Κλείνοντας το άρθρο μας, να πούμε πως αυτά ήταν τα τρία Άγια πρόσωπα, και εν περιλήψει αυτός ήταν ο βίος και τα έργα τους, που το 1843 & 1844, το νέο τότε ελληνικό κράτος και η Ακαδημαϊκή Κοινότητα, αποφάσισε να κάνει σύμβολα και της δικής του εκπαίδευσης και να καθιερώσει την γιορτή τους της 30ης Ιανουαρίου ως επίσημη σχολική εορτή των Γραμμάτων και της Παιδείας, κι όχι μια μέρα που απλώς χάνουμε μάθημα, πηγαίνοντας στην εκκλησία, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων γίνονται και σχετικές ομιλίες, εκδηλώσεις και δραστηριότητες στα Σχολεία μας. 
Και σήμερα, όμως, όλοι εμείς, η νέα γενιά του Ελληνισμού, της οποίας, χωρίς να φέρει καμία ευθύνη εκείνη, το μέλλον δεν είναι δα στρωμένο και με ροδοπέταλα, αφού η χώρα μας, η Ελλάδα μας και οι εκάστοτε κυβερνώντες αυτήν, απεμπόλησαν για δεκαετίες ολόκληρες, όλες αυτές τις αξίες που μας δίδαξαν οι Ιεράρχες που σήμερα εορτάζουμε πανηγυρικά.
Αλλά ακόμα και η επίσημη Εκκλησία, επαναπαυμένη στις δάφνες ενός ένδοξου βυζαντινού παρελθόντος

Και σήμερα, όμως, όλοι εμείς, η νέα γενιά του Ελληνισμού, της οποίας, χωρίς να φέρει καμία ευθύνη εκείνη, το μέλλον δεν είναι δα στρωμένο και με ροδοπέταλα, αφού η χώρα μας, η Ελλάδα μας και οι εκάστοτε κυβερνώντες αυτήν, απεμπόλησαν για δεκαετίες ολόκληρες, όλες αυτές τις αξίες που μας δίδαξαν οι Ιεράρχες που σήμερα εορτάζουμε πανηγυρικά.
Αλλά ακόμα και η επίσημη Εκκλησία, επαναπαυμένη στις δάφνες ενός ένδοξου βυζαντινού παρελθόντος

την απομόνωση σε θεολογικές ομάδες, σε κάποιες δε των περιπτώσεων και την παραδοξότητα, οδηγώντας, αντίθετα με τις προθέσεις τους, την ελληνική οικογένεια στην απαξίωση και εν τέλει την απομάκρυνση των παιδιών της από το ενοριακό κατηχητικό σχολειό.
Ό

Οφείλουμε να αντλήσουμε και να αξιοποιήσουμε δημιουργικά στο παρόν σημαντικά και χρήσιμα στοιχεία τόσο από τη ζωή και τη δράση τους, όσο και από το χαρακτήρα και το έργο τους. Θα είναι λυπηρό, αν όχι εγκληματικό, τέτοιες προσωπικότητες μεγάλου και παγκοσμίου βεληνεκούς, των οποίων τα συγγράμματα, επίκαιρα και άμεσα τότε όπως και τώρα, διδάσκονται στα καλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου...εκτός από τα δικά μας, να τις βάλουμε στο περιθώριο. Δεν νομίζετε;
Ο συνεορτασμός
των Τριών Ιεραρχών την 30η Ιανουαρίου.
Η αιτία για την εισαγωγή της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην Εκκλησία ήταν το γεγονός ότι κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081 – 1118 μ.Χ.), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον Νικηφόρο Γ’ τον Βοτενειάτη (1078–1081 μ.Χ.), δημιουργήθηκε στην Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους άνδρες. Άλλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη φυσιογνωμία. Άλλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον Γρηγόριο τον Θεολόγο, θεωρούσαν αυτόν ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο. Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διαιρεθούν τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες», άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες». Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά και στη συνέχεια και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν:
«Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε ένα κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζει ή να μας κάνει να αντιδικούμε. Όμως, κάτω από τις ιδιαίτερες χρονικές συγκυρίες και περιστάσεις που βρέθηκε ο καθένας μας, κινούμενοι και καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, γράψαμε σε συγγράμματα και με τον τρόπο του ο καθένας, διδασκαλίες που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν τον δρόμο της σωτηρίας. Επίσης, τις βαθύτερες θείες αλήθειες, στις οποίες μπορέσαμε να διεισδύσουμε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τις συμπεριλάβαμε σε συγγράμματα που εκδώσαμε. Και ανάμεσά μας δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, αλλά, αν πεις τον ένα, συμπορεύονται δίπλα του και οι δύο άλλοι. Σήκω, λοιπόν, και δώσε εντολή στους φιλονικούντες να σταματήσουν τις έριδες και να πάψουν να χωρίζονται για εμάς. Γιατί εμείς, και στην επίγεια ζωή που ήμασταν και στην ουράνια που μεταβήκαμε, φροντίζαμε και φροντίζουμε να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε σε ομόνοια τον κόσμο. Και όρισε μία ημέρα να εορτάζεται από κοινού η μνήμη μας και καθώς είναι χρέος σου, να ενεργήσεις να εισαχθεί η εορτή στην Εκκλησία και να συνταχθεί η ιερή ακολουθία.
Ακόμη ένα χρέος σου, να παραδώσεις στις μελλοντικές γενιές ότι εμείς είμαστε ένα για τον Θεό. Βεβαίως και εμείς θα συμπράξουμε για τη σωτηρία εκείνων που θα εορτάζουν την μνήμη μας, γιατί έχουμε και εμείς παρρησία ενώπιον του Θεού».
Έτσι ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης ανέλαβε την συμφιλίωση των διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου και συνέγραψε και κοινή Ακολουθία, αντάξια των τριών Μεγάλων Πατέρων. Η εορτή αυτής της Συνάξεως του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελεί το ορατό σύμβολο της ισότητας και της ενότητας των Μεγάλων Διδασκάλων, οι οποίοι δίδαξαν με τον άγιο βίο τους το Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι εκείνοι, οι οποίοι εξ’ αιτίας της ταπεινώσεώς τους μπροστά στην αλήθεια, έχουν λάβει το χάρισμα να εκφράζουν την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας και ότι διδάσκουν δεν είναι απλώς δική τους σκέψη ή προσωπική τους πεποίθηση, αλλά είναι επιπλέον η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας, γιατί μιλούν από το βάθος της καθολικής της πληρότητας.
Περί τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. ανεγέρθη Ιερός Ναός των Τριών Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, δίπλα σχεδόν στη μονή της Παναχράντου.
Έτσι ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης ανέλαβε την συμφιλίωση των διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου και συνέγραψε και κοινή Ακολουθία, αντάξια των τριών Μεγάλων Πατέρων. Η εορτή αυτής της Συνάξεως του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελεί το ορατό σύμβολο της ισότητας και της ενότητας των Μεγάλων Διδασκάλων, οι οποίοι δίδαξαν με τον άγιο βίο τους το Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι εκείνοι, οι οποίοι εξ’ αιτίας της ταπεινώσεώς τους μπροστά στην αλήθεια, έχουν λάβει το χάρισμα να εκφράζουν την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας και ότι διδάσκουν δεν είναι απλώς δική τους σκέψη ή προσωπική τους πεποίθηση, αλλά είναι επιπλέον η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας, γιατί μιλούν από το βάθος της καθολικής της πληρότητας.
Περί τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. ανεγέρθη Ιερός Ναός των Τριών Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, δίπλα σχεδόν στη μονή της Παναχράντου.
Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν χρυσοῤῥήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου